Demons | Κριτική Θεάτρου

3–5 λεπτά

Βαθμολογία: 4 από 5.

«Γιατί ο πόνος μάς κάνει να ερχόμαστε σε βαθιά επαφή με τον εαυτό μας. Οπότε, για μένα είναι πραγματικά σημαντικό να αντιληφθούμε τη δύναμη της στιγμής που μας έχει συμβεί κάτι πραγματικά κακό.» δηλώνει η Ιωάννα Παππά με αφορμή την παράσταση Demons σχετικά με το για ποιον λόγο μια οριακή στιγμή λειτουργεί ως αφυπνιστικός παράγοντας (news247.gr, Συνέντευξη: Γεωργία Οικονόμου).

© Ελίνα Γιουνανλή / Η Ιωάννα Παππά και ο Ιωάννης Παπαζήσης στον ρόλο της Καταρίνα και του Φρανκ αντίστοιχα.

Την παραμονή της κηδείας της μητέρας του Φρανκ, δύο ζευγάρια συναντιούνται σε μια προσπάθεια να σκοτώσουν την πλήξη τους για ένα «χαλαρό» ποτό σε ένα σύγχρονης αισθητικής αστικό loft της Στοκχόλμης. Σύντομα το αλκοόλ και η νύχτα θα πυροδοτήσουν την σύγκρουση των χαρακτήρων με τους βαθύτερους και πιο καλά κρυμμένους δαίμονες τους. Μέσα από την αγριότητα της ανθρώπινης φύσης, την αρχέγονη ανάγκη για επιβίωση και επικράτηση, αλλά και την παραδοχή της αποτυχίας στη ζωή, το βράδυ μετατρέπεται σε μια επίγεια κόλαση, η οποία, αργά ή γρήγορα, θα δώσει τη θέση της στην ακύμαντη καθημερινότητα.

Το ωμό “Demons” του Λαρς Νόρεν μας καλεί να βουτήξουμε στα πιο σκοτεινά νερά του ανθρώπινου ψυχισμού και να αναμετρηθούμε με τον ιδανικό εαυτό που θα μπορούσαμε να είχαμε δημιουργήσει σε ένα ουτοπικό σύμπαν, όπου η ζωή δεν θα ήταν ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Πιο συγκεκριμένα, υπογραμμίζει πόσο εύκολα μπορεί να παρεκτραπεί ο καταπιεσμένος άνθρωπος, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει τη βαθιά ανάγκη των ανθρώπων για εξάρτηση και βία. Πρόκειται για ένα έργο που φανερώνει πώς μια άρρωστη κοινωνία δημιουργεί ανθρώπους στους οποίους η αγάπη έχει εκλείψει, δίνοντας τη θέση της στην εμμονή, τη θλίψη και την εξουσιομανία. Παράλληλα, καταλυτικός παράγοντας που διατηρεί σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον του θεατή είναι η ισορροπία που επιτυγχάνεται μεταξύ του δραματικού στοιχείου και του ευρηματικού χιούμορ, το οποίο προσδίδει έναν έντονο σουρεαλισμό.

© Ελίνα Γιουνανλή / Η Ιωάννα Παππά σε μια πολυεπίπεδη ερμηνεία στον ρόλο της Καταρίνα.

Η Ιωάννα Παππά μεγαλουργεί στον ρόλο της Καταρίνα, δίνοντας την εικόνα μιας γυναίκας που θέλει να είναι απαραίτητη και να έχει τον πλήρη έλεγχο του άντρα της, εκπέμποντας ταυτόχρονα έναν έντονο ερωτισμό απέναντι στους άλλους άνδρες. Ακόμα και ο τρόπος που περπατάει υποδηλώνει μια γυναίκα κυνική, σκληρή και απόλυτα δωρική — μια γυναίκα «αρπακτικό» που θα κάνει τα πάντα για να αποκτήσει αυτό που θέλει. Ο Ιωάννης Παπαζήσης, στον ρόλο του Φρανκ, σκιαγραφεί έναν εύθραυστο άνδρα που αναζητά απεγνωσμένα στους άλλους τη συντροφικότητα και τη στοργή που δεν του προσφέρει η γυναίκα του. Συγχρόνως, μέσα από μια έντονα νευρική κινησιολογία, μας δείχνει τόσο την αμηχανία που του δημιουργεί το γεγονός ότι βρίσκεται χαλαρά, μετά από καιρό, στον ίδιο χώρο με άλλους ανθρώπους, όσο και το ενδόμυχο πένθος για τον θάνατο της μητέρας του. Ο Γιάννης Κουκουράκης, χρησιμοποιώντας μια συσσωρευμένη ένταση, καταφέρνει να δώσει μια πολύ ωραία κλιμάκωση στον ρόλο του, αποκαλύπτοντας βίαια όλη την απόγνωση ενός νέου ανθρώπου, ο οποίος πλέον απαιτεί λίγο προσωπικό χώρο από τη γυναίκα του (και τα παιδιά του) προκειμένου να ανακτήσει την προσωπική και κοινωνική του ζωή. Η Μαρίζα Τσάρη, ως Γκένα, συνθέτει το πορτρέτο μιας γυναίκας με συμπτώματα επιλόχειας κατάθλιψης, η οποία είναι απόλυτα προσκολλημένη στον άντρα της και τρομερά αγχώδης και υπερπροστατευτική όσον αφορά τα παιδιά της.

© Ελίνα Γιουνανλή / Ο Γιάννης Κουκουράκης, η Ιωάννα Παππά, ο Ιωάννης Παπαζήσης και η Μαρίζα Τσάρη πάνω στην σκηνή.

Η σκηνογραφία της Ελένης Μανωλοπούλου αποτυπώνει άριστα την κομψότητα και τη χλιδή ενός μινιμαλιστικού αστικού loft, τονίζοντας ότι ένα καλοφτιαγμένο και πλούσιο σπίτι δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα και μια τακτοποιημένη ζωή. Σπουδαίο ρόλο στην ανάδειξη αυτής της πεποίθησης παίζει και η αινιγματική μουσική (Rsn).

Η προσέγγιση του Χρήστου Σουγάρη, τόσο μέσα από τη χρήση των καμερών στους χώρους που δεν ήταν διακριτοί στο κοινό όσο και μέσα από την έξυπνη διαχείριση των φωτισμών (Αλέκος Αναστασίου), προσφέρει στον θεατή μια ολοκληρωμένη οπτική απεικόνιση της απελπισίας και της βίας των ηρώων, αναδεικνύοντας στον μέγιστο βαθμό το συγκρουσιακό πλαίσιο που διέπει τις σχέσεις μεταξύ τους και εγείροντας το αίσθημα της «κλειδαρότρυπας» του θεατή. Αυτό που κρατάω από την συγκεκριμένη παράσταση είναι η σκηνή κορύφωσης της βίας με την Καταρίνα να κυνηγάει με τον μπαλτά τον Φρανκ σβήνοντας την ένταση με ένα χιουμορίστικό «χέστηκες, ε;», αλλά και η τελευταία σκηνή που δείχνει τους τους ήρωες να επιστρέφουν απαθείς στην καθημερινότητα τους αγνοώντας οποιοδήποτε περιστατικό εμπεριέχεται σε αυτή την βραδιά.

© Ελίνα Γιουνανλή / Η Μαρίζα Τσάρη και ο Γιάννης Κουκουράκης στους ρόλους της Γκένα και του Τόμας αντίστοιχα.

Πηγή φωτογραφιών: facebook