«Το ανεκπλήρωτο! Δεν αναφέρομαι στην ερωτική πράξη, γιατί αυτή ολοκληρώθηκε. Αναφέρομαι στη σχέση, στην ανάγκη αυτών των δύο ανθρώπων να είναι μαζί. Αυτό όμως δεν γίνεται ποτέ, η σχέση μένει μετέωρη. Και ουσιαστικά στο τέλος ο ένας, αυτός που έχει μείνει στη ζωή, ζει με τη μοναξιά του. Όλο αυτό μου άρεσε πολύ.» δηλώνει ο Κωνσταντίνος Ρήγος, ο σκηνοθέτης της παράστασης, αναφερόμενος στο στοιχείο εκείνο που τον συγκίνησε στο έργο (tovima.gr, Συνέντευξη: Κοσμάς Βίδος).

Γουαϊόμινγκ 1963: δύο καουμπόηδες, ο Ένις Ντέλμαρ και ο Τζακ Τουίστ ευρισκόμενοι σε ένα γραφείο εύρεσης εργασίας, αναζητώντας ένα πρόσκαιρο εισόδημα, προσλαμβάνονται ως βοσκοί στα άγρια βουνά του Γουαϊόμινγκ. Η νύχτα, το κάμπινγκ στην άγρια ερημιά της φύσης και η φωτιά θα φέρουν κοντά τους δύο άνδρες, οδηγώντας τους σε έναν παθιασμένο απαγορευμένο έρωτα, ο οποίος θα κοπεί απότομα επισφραγισμένος από την λήξη της συνεργασίας τους. Οι ζωές τους προχωρούν, αλλά κανένας από τους δύο ήρωες δεν έχει ξεχάσει την έξαψη και το πάθος εκείνου του καλοκαιριού. Τα χρόνια περνούν, και οι δυο τους ξανασυναντιούνται σε διάφορα μέρη, λαμβάνοντας μικρές δόσεις απόδρασης από την πραγματικότητα, μέχρι που η απώλεια θα στερήσει τον έναν από τον άλλο για πάντα…
Το ζωντανό «Brokeback Mountain» του Άσλει Ρόμπινσον, βασισμένο στο διήγημα της Άννι Πρου, μας συστήνει τον ομοφυλοφιλικό έρωτα μέσα σε ένα περιβάλλον τοξικό και συντηρητικό. Ένα σύμπαν στο οποίο η ομοφυλοφιλία πρέπει να κρύβεται, καθώς το αντίθετο σημαίνει απλά θάνατος ή πλήρης εξευτελισμός. Μια κοινωνία στην οποία η τρυφερότητα και η αγάπη μεταξύ δύο ανδρών συνεπάγεται την διατάραξη μιας κατεστημένης κατάστασης, η οποία δημιουργεί δυσλειτουργικούς και ανελεύθερους ανθρώπους. Ο χορός μεταξύ των δύο εραστών που συνεχίζουν ακόμα και όταν η μελωδία σταματά να παίζει, και αγκαλιάζονται όλο και πιο σφιχτά κλαίγοντας ο ένας στον ώμο του άλλου από ευτυχία που έχουν καταφέρει να κατακτήσουν το παρόν.

Ο Μιχαήλ Ταμπακάκης και ο Δημήτρης Καπουράνης θυμίζουν δύο πινέλα που στροβιλίζονται αρμονικά πάνω σε ένα καμβά απόλυτου έρωτα, σαρκικής επιθυμίας και καταπιεσμένου ενστίκτου. Ένα πορτραίτο το οποίο έρχεται η κοινωνία να λογοκρίνει και με την μανία της να το διαμελίσει. Πιο συγκεκριμένα, ο Μιχαήλ Ταμπακάκης, ξεκινώντας από ένα εσωστρεφές και ντροπαλό αγόρι μεταμορφώνεται σε έναν ερωτευμένο άνδρα, ένα αδρανή σύζυγο, έναν παθιασμένο εραστή, καταλήγοντας σε έναν πλέον μεσόκοπο που όλα τα κύτταρα του είναι διαποτισμένα από την έννοια της απώλειας τόσο της ζωής του όσο και του ανθρώπου που αγάπησε περισσότερο από τα πάντα. Σωματοποιώντας με μαεστρία όλες τις παραπάνω ψυχικές διαθέσεις, διαμορφώνει έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα που ακροβάτη μεταξύ του ρομαντισμού και της ωμότητας. Ο Δημήτρης Καπουράνης μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα Τζακ ονειροπόλο, κοινωνικό, φιλόδοξο και περισσότερο συνειδητοποιημένο όσον αφορά τη σεξουαλικότητά του από τον Ένις. Στην ουσία, μας κεντρίζει το ενδιαφέρον σαν μια φιγούρα, της οποίας ο τρόπος έκφρασης αποπνέει ελευθερία, αλλά το μυαλό της είναι αναγκασμένο να υπομένει την καταπίεση, γιατί χρειάζεται ένα χέρι να την ωθήσει προς το φως.
Στους δεύτερους ρόλους, η Κορίνα – Άννα Γκουγκούλη, δημιουργεί μια νευρική σύζυγο (του Ένις), της οποία τα ξεσπάσματα στα διάφορα σημεία καθίστανται αφύσικα, καθώς δεν συμπεριλαμβάνουν την ατμόσφαιρα της παράστασης. Από την άλλη, ο Δημήτρης Καπετανάκος ανταποκρίνεται ικανοποιητικά τόσο στον ρόλο του μάτσο υπεύθυνου όσο και στον ρόλο του γλυκού και τρυφερού δεύτερου συζύγου της γυναίκας του Ένις.

Καταλυτικό στοιχείο για την σύνδεση του θεατή με τις συναισθηματικές μεταλλαγές της παράστασης είναι τα τραγούδια και η μουσική του Νταν Γκιλέσπι – Σελς – άρτια ερμηνευμένα από την Δωροθέα Μερκούρη, συνοδευομένη από τους μουσικούς επί σκηνής, Κώστα Σιδηροκαστρίτη, Γιάννη Πανηγυράκη και Γιώργο Κωστόπουλο – τα οποία μέσα από country ρυθμούς αποκαλύπτουν άλλοτε μια μελαγχολία και άλλοτε μια αδιόρατη αισιοδοξία.
Ο Κωνσταντίνος Ρήγος τοποθετώντας τους δύο ηθοποιούς μέσα σε αυτήν την επιβλητική και καλαίσθητη ξύλινη κατασκευή – την οποία επέλεξε ο ίδιος ως σκηνογράφος – φαίνεται σαν να εγκλωβίζει τον ανεπίτρεπτο για την εποχή ερωτά μεταξύ του Τζακ και του Ένις σε κάποιο κλειδωμένο συρτάρι, μέσα στο οποίο ο χρόνος και οι αναμνήσεις διαστέλλονται. Αξιοποιώντας την προβολή εικόνων – video, καθιστά την φαντασία του θεατή αρωγό στην κατανόηση της ουσίας και στη διαμόρφωση ενός νοσταλγικού κλίματος μέσα από μια κινηματογραφική ματιά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, κατορθώνει να εισχωρήσει βαθιά στην αυθεντικότητα και την αλήθεια αυτών των δύο πολυεπίπεδων προσωπικοτήτων. Ξεχωρίζω τη σκηνή που βρίσκει τον Τζακ και τον Ένις μέσα σε μια σκοτεινή ντουλάπα με παιδικά παιχνίδια να αναλύουν τα τραύματα και την βαναυσότητα που τους φυλάκισε σε μια άχρωμη και ολοένα πιο βασανιστική καθημερινότητα.
Συνολικά, η ευφάνταστη και επί της ουσίας σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ρήγου, την οποία ακολουθούν κατά γράμμα οι πολυδιάστατες ερμηνείες των Μιχαήλ Ταμπακάκη και Δημήτρη Καπουράνη συντελούν στην δημιουργία μιας παράστασης που οικοδομεί με καλαισθησία την αυθεντικότητα του έρωτα.


