Αυτόματη Εστίαση | Κριτική Θεάτρου

3–4 λεπτά

Βαθμολογία: 3.5 από 5.

«Προσπαθώ να μη βάζω στεγανά στη δουλειά μου ως ηθοποιός, πόσω δε μάλλον ως σκηνοθέτης. Δεν είχα πρόθεση ν’ αποκρύψω ούτε να “στρογγυλέψω” τον ρου των γεγονότων. Δόθηκε έμφαση λοιπόν στον αφηγηματικό ρεαλισμό και μέσα από το σκηνικό, τα φώτα, τη μουσική και πάνω απ’ όλα τις ερμηνείες των ηθοποιών, οι πτυχές του τραύματος είναι έκδηλες, χωρίς διάθεση εκβιασμού του συναισθήματος.» δηλώνει η Νατάσσα Παπαδάκη, η σκηνοθέτις της παράστασης, αναφορικά με τις σκηνοθετικές προκλήσεις που αντιμετώπισε προκειμένου να αποφύγει την υπερβολή ή την δραματοποίηση του τραύματος (pastafloramag.gr, Συνέντευξη: Συλβάνα Παπαϊωάννου).

© Κωνσταντίνος Λέπουρης / Ο Οδυσσέας Πετράκης στον ρόλο του Πέτρου.

Ο Πέτρος φέροντας το τραύμα από το βιασμό που υπέστη από τον Μάριο, έναν φωτογράφο, όταν ακόμη ήταν ανήλικος, έχει αφήσει μέσα του την φλόγα της εκδίκησης να σιγοκαίει περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να εκτραπεί από τον έλεγχο. Αρκετά χρόνια αργότερα, συναντά τον Μάριο σε ένα κλαμπ. Ο Πέτρος τον αναγνωρίζει αμέσως, ενώ ο Μάριος φαίνεται να τον έχει ξεχάσει. Το ποτό και η νύχτα τους φέρνουν πιο κοντά, με τους δύο ήρωες να καταλήγουν σε μια αρρωστημένη σχέση, όπου τα όρια μεταξύ παραπλάνησης και αλήθειας παραμένουν δυσδιάκριτα μέχρι που η εκδίκηση παίρνει το πάνω χέρι, έτοιμη να κατασπαράξει κάθε τρυφερότητα και να στρέψει την μανία του Πέτρου προς τον Μάριο, σε ένα παιχνίδι εξουσίας όπου οι ρόλοι αντιστρέφονται.

Η δυναμική «Αυτόματη Εστίαση» του Γιώργου Αγγελίδη προσεγγίζει, με μία συνεκτική και ταυτόχρονα συμβατική γραφή, το πώς τα τραύματα επιδρούν στη συμπεριφορά του ατόμου, αλλά και το πώς η εκδίκηση μολύνει σαν κάποιο άκρως μεταδοτικό μικρόβιο όλες τις σκέψεις του ατόμου, διαβρώνοντας την καθαρή κρίση των πραγμάτων. Μια κρίση που τίθεται στην διάθεση του ενστίκτου της επιβίωσης, το οποίο ουρλιάζει ότι ο βιαστής πρέπει να τιμωρηθεί γιατί αλλιώς το σώμα και η ψυχή του θύματος δεν πρόκειται να εξαγνιστούν από τα χνώτα και την μυρωδιά του κορμιού του.

© Κωνσταντίνος Λέπουρης / Ο Χρήστος Ντόβας στον ρόλο του Μάριου.

Από τη μία, ο Χρήστος Ντόβας δίνει στον Μάριο την πνοή ενός μετανιωμένου για το παρελθόν του ανθρώπου, προστατευμένου από το βάσανο της μνήμης λόγω της παλαιότερης εξάρτησης του από τα ναρκωτικά, αλλά και έναν άνθρωπο εξαιρετικά βίαιο και ωμό σε καταστάσεις στέρησης. Από την άλλη, ο Οδυσσέας Πετράκης σκιαγραφεί την εικόνα ενός εσωστρεφούς, βαθιά εμμονικού ατόμου που χρησιμοποιεί μια μεγάλη γκάμα διαφορετικών προσωπείων προκειμένου να φέρει τον Μάριο εκεί που θέλει, και σαν μια κόμπρα να καταβροχθίσει το θήραμά του, αφού πρώτα το αποδυναμώσει πλήρως. Μέσα από την ερμηνεία το διακρίνουμε βέβαια και την σταδιακή μετάβασή του σε μια αντανάκλαση του θύτη, καθώς και το κενό που νιώθεις στην ψυχή σου όταν επικεντρώνεις όλο σου το είναι στην εκδίκηση και όχι στην επούλωση της πληγής, συνειδητοποιώντας ότι πλέον έχεις μετατραπεί σε ένα τέρας.

© Κωνσταντίνος Λέπουρης / Ο Χρηστός Ντόβας και ο Οδυσσέας Πετράκης δημιουργούν ένα εκρηκτικό δίδυμο.

Η λιτή και εύπλαστη σκηνογραφία του Βασίλη Δαρόγλου σε συνδυασμό με την εναλλαγή ψυχρών και θερμών φωτισμών (The Chameleon) συμπορεύονται απόλυτα με τη σκηνοθετική πορεία, διαμορφώνοντας κάθε φορά την απαιτούμενη ατμόσφαιρα.

Η Νατάσσα Παπαδάκη διατηρώντας συνεχώς την απόσταση μεταξύ των δύο χαρακτήρων – εκτός από τη σκηνή του βιασμού – δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ο Πέτρος οριοθετεί τον χώρο του, έχοντας βιώσει ένα τόσο επώδυνο γεγονός, αλλά και το πλαίσιο του ατιμώρητου βιαστή μέσα στο οποίο τοποθετεί τον Μάριο. Υπό το πρίσμα της “κανονικότητας” με την οποία κινείται μέσα στην αρρωστημένη σχέση του με τον Μάριο, φωτίζει την ιδιαίτερη ψυχοπαθολογία αυτού του ατόμου, το οποίο πλέον διανύει μια καθοδική πορεία, στοχοπροσηλωμένο στο “οφθαλμόν αντί οφθαλμού”. Ξεχωρίζω την τελευταία σκηνή της παράστασης, στην οποία ο Μάριος ρωτάει τον Πέτρο τι νιώθει όταν τον κοιτάζει, με τον τελευταίο να του απαντά σε πλήρη κατάρρευση «Τίποτα».

© Κωνσταντίνος Λέπουρης / Η λιτή και εύπλαστη σκηνογραφία του Βασίλη Δαρόγλου.