«Νομίζω η μόνη ελπίδα στο έργο είναι όταν οι ήρωες λένε “θα ζήσουμε, θα αντέξουμε. Και κάποτε μπορεί και να καταλάβουμε γιατί το περάσαμε όλο αυτό”. Κάνουν μια επίκληση στο ανθρώπινο κουράγιο. Πώς όταν είσαι απελπισμένος από κάτι και ξαφνικά ένα φωτάκι από την καθημερινότητα, ένα χαμόγελο από έναν άγνωστο, ξαφνικά σου δίνει μια ανάσα και να συνεχίζεις ενώ είσαι στα πρόθυρα της κατάρρευσης; Υπάρχει μια δύναμη στον άνθρωπο να αντέχει, που θέλει τσίμπημα για να είναι ενεργή.» δηλώνει ο Δημήτρης Καταλειφός απαντώντας στην ερώτηση αν η Σόνια και ο Βάνιας είναι εγκλωβισμένοι (news247.gr, Συνέντευξη: Γεωργία Οικονόμου).

Ο Θείος Βάνιας, το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, έχοντας αναλώσει όλη του τη ζωή στη διαχείριση του κτήματος μαζί με την ανιψιά του, τη Σόνια, για λογαριασμό του Σερεμπριακώφ, του γαμπρού του, εισέρχεται σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι ενδοσκόπησης, το οποίο πυροδοτείται από την ξαφνική παρουσία του τελευταίου με τη σύζυγο του Γιελένα. Ο Βάνιας παρατηρώντας την παρακμή του ανθρώπου που υπηρετούσε με θαυμασμό τόσα χρόνια και συνειδητοποιώντας την ανεκπλήρωτη ερωτική έλξη που νιώθει για την σύζυγο του, την όμορφη Γιελένα, βυθίζεται όλο και περισσότερο στην ματαιότητα της ύπαρξης του. Μια παράλληλη πορεία με τον Βάνια διανύει ο γιατρός Αστρώβ, ο οποίος πυκνώνει τις επισκέψεις του στο κτήμα της οικογένειας, όντας γοητευμένος από την Γιελένα, ενώ η Σόνια, κόρη του Σερεμπριάνικωφ από τον πρώτο του γάμο, είναι ερωτευμένη μαζί του. Όλοι οι ήρωες, κινούμενοι ο καθένας στην δική του τροχιά οδεύουν στην βαθιά θλίψη και απραγία, αναζητώντας ταυτόχρονα το νόημα της ύπαρξης.
Ο άγονος «Θείος Βάνιας», με τις ασύμβατες ως προς το πρωτότυπο κείμενο, λίγες αλλά αισθητές προσθήκες του Δημήτρη Καταλειφού όσον αφορά τον πόλεμο Ουκρανίας – Ρωσίας και την υπερτόνιση της κλιματικής κρίσης – θέμα που ήδη θίγεται στο έργο μέσα από τις οικολογικές απόψεις του Αστρώβ – αποπροσανατολίζει τον θεατή από τα θεμελιώδη ζητήματα του έργου, δηλαδή την παγίδευση των ηρώων στη ματαιότητα και τη θλίψη. Πιο συγκεκριμένα, το πρωτότυπο έργο του Τσέχωφ εξετάζει τον μονόπλευρο έρωτα, την παθητικότητα και την ανικανότητα του ατόμου να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα που συνεχώς αλλάζει, καθώς και τον αρχέγονο φόβο του θανάτου. Ένα ατέρμονο ταξίδι στην ανθρώπινη απελπισία και στα τραύματα μιας μίζερης ζωής.

Ο Δήμητρης Καταλειφός παραμένοντας σε μεγάλο μέρος της παράστασης στον ίδιο τόνο – στοιχείο που δεν τον βοηθά στην απόδοση των πλούσιου συναισθηματικά κόσμου του ήρωα στις περισσότερες περιπτώσεις – μας παραδίδει έναν αξιοπρεπή Βάνια όσον αφορά την κούραση και την αγανάκτηση του ήρωα απέναντι σε μια ζωή που δεν ήθελε να ζήσει, αλλά συμβατικό σε σύγκριση με προηγούμενες ερμηνείες του – «Οιδίπους επί Κολωνώ» (2023) και «Η ράβδος» (2023). Ο Παναγιώτης Μπουγιούρης ως ένας ανοιχτόμυαλος και μελαγχολικός γιατρός Αστρώβ, φέρνει στη σκηνή μια φιγούρα της οποίας η ισορροπία διαταράσσεται από τη γοητεία της Γιελένα. Μια ερμηνεία που σκιαγραφεί έναν χαρακτήρα ευσυνείδητο και επαναστατικό ως ένα σημείο, που κυβερνάται από τα δικά του πάθη. Η Τζένη Θεωνά εμφανίζεται ως μια εύθραυστη Γιελένα, έτοιμη να ενδώσει στην έλξη της για τον Αστρώβ, μια παρουσία που, έχοντας γνωρίσει την ευτυχία, αντιλαμβάνεται αμέσως τη δυστυχία που την περιτριγυρίζει ακόμα και αν κάποιες φορές εθελοτυφλεί. Αλλάζοντας τη στάση του σώματος, ρυθμίζοντας την ένταση της φωνής της και περνώντας από την ξεγνοιασιά της νεότητας στην απελπισία της απραξίας, καταφέρνει να αποδώσει μια πειστική Γιελένα, που αποτελεί ουσιαστικά τον αποσταθεροποιητικό παράγοντα των σχέσεων μέσα στο κτήμα. Η Αμαλία Νίνου, ερμηνεύει τον ρόλο της Σόνιας έχοντας την παιδικότητα και την ψυχολογία μιας ερωτευμένης έφηβης. Μια ερμηνεία συμβατή όσον αφορά την συγκεκριμένη ηρωίδα, από την οποία λείπει όμως η ωριμότητα και η οξεία αντίληψη ενός κοριτσιού που έχει σκληραγωγηθεί τόσα χρόνια εργαζόμενη στο κτήμα και ερχόμενη καθημερινά σε επαφή με την απελπισία των ηρώων.
Ο Βαγγέλης Ρόκκος είναι ικανοποιητικός, ως ανήμπορος Σερεμπριακώφ, χωρίς βέβαια να αποδίδει στο έπακρο την αλαζονεία και τη θρασυδειλία του χαρακτήρα. Η συμπονετική Νένα της Κλεοπάτρα Τολόγκου, καθίσταται ορισμένες φορές αφύσικη, λόγω της ανοίκειας στον θεατή τονικότητας που χρησιμοποιεί στη ροή του λόγου της. Η Στέλλα Κρούσκα, στον ρόλο της Μαρίας Βασίλιεβνα, βρίσκεται εκτός του κλίματος απελπισίας του έργου, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να προσδώσει μια κωμική νότα. Οι Μενέλαος Χαζαράκης και Φοίβος Σαμαρτζής είναι καλοί στους μικρούς ρόλους τους.

Η μεγαλοπρεπής και ξεθωριασμένη σκηνογραφία της Μικαέλας Λιακατά άπτεται πλήρως του αισθήματος παρακμής και της θλίψης της ατμόσφαιρας του έργου σε αντίθεση με τα απρόσωπα και καθημερινά κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα, που αποπροσανατολίζουν τον θεατή.
Η ανάγνωση του έργου από τον Δημήτρη Καταλειφό, προσπαθώντας να κάνει την υπέρβαση και να μας θέσει συνταξιδιώτες του στους διάφορους σταθμούς των αδιεξόδων των χαρακτήρων, παρακάμπτει την ανάδειξη της ουσίας του κειμένου και δημιουργεί μια παράσταση από την οποία λείπουν οι συναισθηματικές διακυμάνσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο λόγος του Τσέχωφ καθίσταται ανίκανος να προκαλέσει οποιαδήποτε συγκίνηση όσον αφορά τα πάθη των ηρώων που βυθίζονται σταδιακά στην απόγνωση τους. Παράλληλα, οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού της εικόνας του έργου όσον αφορά τόσο τις επιλογές των σκηνικών αντικειμένων όσο και τις επιλογές των ηχητικών αποσπασμάτων, ξεφεύγουν αρκετές φορές από τους βασικούς νοηματικούς άξονες του κειμένου, επιφέροντας σε κάποιον που βλέπει το έργο για πρώτη φορά μια έντονη σύγχυση των γεγονότων.
Η ασαφής σκηνοθετική ματιά του Δημήτρη Καταλειφού, σε συνδυασμό με τις συμβατικές ερμηνείες ενός μεγάλου μέρους των συντελεστών (εξαιρουμένων των Παναγιώτη Μπουγιούρη και Τζένης Θεωνά), δημιουργούν μια άτονη παράσταση, η οποία δεν καταφέρνει να αναδείξει το κείμενο του Τσέχωφ.

Πηγή φωτογραφιών: dithepi.gr
Πληροφορίες παράστασης: Ο Θείος Βάνιας του Άντον Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καταλειφού στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Διαβάστε περισσότερα
-
Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά παρουσιάζει την performance Ου Φονεύσεις σε σύλληψη και σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου.
-
Ο Ερμής Περιστέρης και ο Σπύρος Ασημένιος – που επιμελήθηκαν τη δραματουργία και την έρευνα – με επίκεντρο τέσσερις αληθινές ιστορίες ανθρώπων από τους βομβαρδισμούς της 11ης Ιανουαρίου του 1944 στον Πειραιά, δημιουργούν ένα κομμάτι ζωντανής συλλογικής μνήμης. Προφορικές μαρτυρίες,…
-
Η παράσταση «Άκου μικρέ, ο Πειραιάς βομβαρδίστηκε», σε σκηνοθεσία Ερμή Περιστέρη, για 7 ακόμα παραστάσεις στην Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.




