Ναχτλαντ | Κριτική Θεάτρου

4–6 λεπτά

Βαθμολογία: 3.5 από 5.

«Ο τίτλος σημαίνει ένας τόπος αιώνιου σκότους. Πραγματεύεται το τι σημαίνει τέχνη, αν ορίζεται από τον ίδιο τον δημιουργό ή υπάρχει από μόνη της. Τι σημαίνει αν ο δημιουργός ενός σπουδαίου έργου αποδειχθεί ότι είναι ο χειρότερος εγκληματίας, πόσο μας επηρεάζει αυτό; Αυτό είναι το ένα κομμάτι του έργου. Το άλλο μιλάει για το σήμερα και τον ναζισμό, την άνοδο της ακροδεξιάς και όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε real time, μέσα σε δύο πραγματικές ώρες που περνάμε σε ένα σπίτι. Εγώ υποδύομαι μία Γερμανίδα, τη Judith, η οποία είναι και Εβραία. Οπότε ό,τι συμβαίνει σε σχέση με τον ναζισμό, εγώ το βλέπω μέσα από ένα άλλο πρίσμα.» αναφέρει η Πέγκυ Τρικαλιώτη μιλώντας για το έργο και τον ρόλο της (marieclaire.gr, Συνέντευξη: Σίσσυ Στρέμπα).

© Πάτροκλος Σκαφίδας / Η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη φοράει το αγγελικό προσωπείο της ευγενικής και «ουδέτερης» εκτιμήτριας έργων τέχνης, Έυα Μαρία, φανερώνοντας ταυτόχρονα και τη φιλοναζιστική στάση της ηρωίδας που κρύβεται πίσω από όλο αυτό το ενδιαφέρον για τον Χίτλερ.

Βρισκόμαστε στη Γερμανία. Δύο αδέρφια, η Νίκολα και ο Φιλίπ, συνοδευόμενοι από τους συζύγους τους, Φαμπιάν και Τζούντιθ αντίστοιχα, αποφασίζουν να αδειάσουν το σπίτι του νεκρού πατέρα τους. Κατά τη διάρκεια αυτού του ξεκαθαρίσματος, πέφτει στα χέρια τους ένας μικρός παλιός πίνακας με τη «διακριτική» υπογραφή Α. Χίτλερ. Τότε, οι τέσσερις χαρακτήρες θα αναγκαστούν να έρθουν σε επαφή με τις ενδόμυχες ενοχές τους, την υπέρβαση των ηθικών τους φραγμών και τα δυσδιάκριτα όρια του δογματισμού. Θα καταφέρουν να απεγκλωβιστούν από το ασανσέρ των δικών τους τραυματικών εμπειριών ή θα υποκύψουν στη γοητεία του «Τόπου του Αιώνιου Σκότους»;

Το στοχαστικό «Νάχτλαντ» του Marius Von Mayenburg, με αιχμηρό κυνισμό και σαρκαστικό χιούμορ, καταδεικνύει τις επιπτώσεις του διαγενεακού τραύματος στις σχέσεις των “προοδευτικών” ατόμων ενός κόσμου, στον οποίο οι ακρότητες παραμονεύουν στη γωνία, έτοιμες να πάρουν τα ινία της εξουσίας. Κάνοντας πυρήνα του λόγου του την υφέρπουσα φρίκη, δημιουργεί έναν νοητικό χάρτη που περιστρέφεται γύρω από την προέλευση της τέχνης, την εύπλαστη μορφή του φασισμού και το δέλεαρ των χρημάτων μπροστά στην καταπάτηση του ηθικού κώδικα του καθενός. Ένα έργο για την στασιμότητα της αξιακής ποιότητας των ανθρώπων ανά τους αιώνες και την ιστορία ενός κόσμου που νομίζει ότι μαθαίνει από τα λάθη του παρελθόντος. Άραγε, τι είναι η ιστορία; Ένα άλμπουμ γεμάτο από τις πληγές των λαών και τις φρικαλεότητες της ανεξέλεγκτης εξουσίας, ή ένα κατατοπιστικό εγχειρίδιο στα χέρια του επόμενου δυνάστη;

© Πάτροκλος Σκαφίδας / Όλοι οι συντελεστές της παράστασης επί σκηνής.

Καθήμενη αρχικά στα μετόπισθεν της ιστορίας και εισχωρώντας στη συνέχεια στον πυρήνα της, η Πέγκυ Τρικαλιώτη δημιουργεί μια εκρηκτική φιγούρα που αφήνεται σκόπιμα στη θέση του θύματος· μια θέση η οποία αναγκάζει και την ίδια να υποκύψει στον δικό της δογματισμό. Ενσωματώνοντας κατάλληλα το ράγισμα της φωνής της και την εκφραστικότητα των χεριών της, διεισδύει με χειρουργική ακρίβεια στην απόγνωση της ηρωίδας που βλέπει τις ηθικές αξίες των γύρω της να γκρεμοτσακίζονται στην κατηφόρα της σαγήνης του κέρδους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο καταθέτει μια συγκροτημένη ερμηνεία, από την οποία δεν λείπει τίποτα. Η Κάτια Γκουλιώνη αφιερωμένη στην υιοθέτηση μιας άκαμπτης στάσης σώματος, ντυμένη με αυστηρό μαύρο κοστούμι, εστιάζει περισσότερο στο στοιχείο της αμεσότητας και της μετάδοσης του κωμικού στοιχείου στο κοινό. Η διαφορετική αυτή προσέγγιση, αν και αρχικά φαίνεται ξένη, δεν εξυπηρετεί μόνο το χιούμορ, αλλά αποδεικνύεται απόλυτα λειτουργική και στην απόδοση του κυνισμού της ηρωίδας, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει την ιδιαίτερα έντονη εκφραστικότητα του προσώπου της.

Ο Σπυρός Σταμούλης, περνώντας από τη συστολή και την λεπτότητα του Φαμπιάν στην ενθουσιώδη υπόσταση του εκκεντρικού αγοραστή, δημιουργεί δύο ήρωες με σαφή περιγράμματα, όντας εξαιρετικά ευέλικτος υποκριτικά. Ο Γιάννης Στεφόπουλος, κινούμενος από τον συναισθηματισμό στη φιλαργυρία, συνθέτει με επιτυχία τον καιροσκόπο Φιλίπ. Η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη φοράει το αγγελικό προσωπείο της ευγενικής και «ουδέτερης» εκτιμήτριας έργων τέχνης, Έυα Μαρία, φανερώνοντας ταυτόχρονα και τη φιλοναζιστική στάση της ηρωίδας που κρύβεται πίσω από όλο αυτό το ενδιαφέρον για τον Χίτλερ.

© Πάτροκλος Σκαφίδας / Η Κάτια Γκουλιώνη, η Πέγκυ Τρικαλιώτη και ο Γιάννης Στεφόπουλος στους ρόλους της Νίκολα, της Τζούντιθ και του Φιλίπ αντίστοιχα.

Μια μεγέθυνση ενός σκισμένου πίνακα με ξύλινη κορνίζα και δύο μικρόφωνα συνθέτουν τη λιτή σκηνογραφία του Πάρι Μέξη. Ο ίδιος έχοντας τοποθετήσει ευφυώς το «μήλον της έριδος» στο βάθος της σκηνής, φαίνεται σαν να το έχει βάλει εκεί για να παρακολουθεί τους ήρωες να λογομαχούν και να εκτροχιάζονται, ευχαριστημένο που ακόμα και τώρα το δηλητήριο του έχει επίδραση.

Επιλέγοντας ένα κράμα αφήγησης και σκηνικής δράσης, η σκηνοθετική προσέγγιση του Νικορέστη Χανιωτάκη παραθέτει το αντιφατικό εσωτερικό σύμπαν των ηρώων του Mayenburg σε αντιδιαστολή με το εξωτερικό, πιο ξεκάθαρο προφίλ που παρουσιάζουν. Έτσι, καλλιεργεί ένα κλίμα του οποίου η θερμοκρασία ανεβαίνει σταδιακά, οδηγώντας στη ματαιότητα του σιωπηλά εκκωφαντικού φινάλε. Στη διαμόρφωση του αινιγματικού κλίματος συμβάλλουν και οι φωτισμοί που επιμελείται ο ίδιος, ιδιαίτερα η σημειολογική χρήση του κόκκινου. Παρ’ όλα αυτά, η έλλειψη ενιαίας ερμηνευτικής καθοδήγησης, καθιστά το αποτέλεσμα λιγότερο συνεκτικό.

Σύνοψη


Ο ευρύς ηθικός και κοινωνιολογικός προβληματισμός του Marius Von Mayenburg βρίσκει θερμή υποδοχή στις πολύ καλές, αν και αποσπασματικές, ερμηνείες των συντελεστών και στην αινιγματική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η ανάγνωση του Νικορέστη Χανιωτάκη.

© Πάτροκλος Σκαφίδας / Μια μεγέθυνση ενός σκισμένου πίνακα με ξύλινη κορνίζα και δύο μικρόφωνα συνθέτουν τη λιτή σκηνογραφία του Πάρι Μέξη. Ο ίδιος έχοντας τοποθετήσει ευφυώς το «μήλον της έριδος» στο βάθος της σκηνής, φαίνεται σαν να το έχει βάλει εκεί για να παρακολουθεί τους ήρωες να λογομαχούν και να εκτροχιάζονται, ευχαριστημένο που ακόμα και τώρα το δηλητήριο του έχει επίδραση.

Πηγή φωτογραφιών: a-th.gr