“Οι Πέρσες” του Χρήστου Θεοδωρίδη: Μια σύγχρονη κραυγή για τους ηττημένους του πολέμου | Κριτική Θεάτρου

3–4 λεπτά

Βαθμολογία: 4 από 5.

Μέσα στη ζεστή ατμόσφαιρα του καλοκαιριού, στα μέσα του Ιουλίου, οι “Πέρσες” του Χρήστου Θεοδωρίδη, αποτέλεσαν μια αναπάντεχη ανάσα από την καθημερινότητα. Υπό μια σύγχρονη ματιά και σκηνοθεσία, το αρχαιότερο σωζόμενο και διαχρονικό αυτό δράμα, ζωντάνεψε μπροστά μας. Το αντιπολεμικό μήνυμα του Αισχύλου, ειπωμένο από την πλευρά των ηττημένων, αποκτά σήμερα ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς φωτίζει τον πόνο των ανθρώπων που χάνουν έναν πόλεμο, ανεξαρτήτως εθνικοτήτων. 

Ένας χορός, αποτελούμενος από δεκαοκτώ νέους ηθοποιούς, ο οποίος βρίσκεται επί σκηνής καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, είναι από τα στοιχεία που σου μένουν φεύγοντας. Δεκαοκτώ άνθρωποι, διαφορετικοί μεταξύ τους, για δύο ώρες, γίνονται ένα και λειτουργούν σαν μια καλοκουρδισμένη ορχήστρα. Ρυθμός, ένταση και συνεχείς εναλλαγές λόγου, προσδίδουν στο έργο μια σύγχρονη πολιτική διάσταση. Οι χορογραφίες τους μεταφέρουν τον παλμό και την αγωνία του περσικού λαού, ενώ η ενσωμάτωση του μοιρολογιού “Γιατί πουλί μ’ δεν κελαηδείς” αποτελεί μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές, αποτυπώνοντας τον συλλογικό θρήνο για όσους χάθηκαν άδικα. 

© Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου/ Mike Rafail

Η Μαρία Ναυπλιώτου, ως βασίλισσα Άτοσσα, ούσα μία επιβλητική παρουσία, καλείται να μεταφέρει τον θρήνο και την αγωνία μιας μάνας που το παιδί της βρίσκεται στον πόλεμο, αλλά και μιας βασίλισσας που βλέπει την αυτοκρατορία της να καταρρέει, διατηρώντας πάντα την αξιοπρέπεια και την ιερατική της στάση απέναντι στους υπολοίπους. Εκείνη καταφέρνει με το βλέμμα, την κίνηση της στον χώρο και το ράγισμα της φωνής της, να πείθει, να καθηλώνει και να καθιστά αδύνατο να περάσει απαρατήρητη. 

«Όταν οι άνθρωποι πέσουν σε συμφορές, όλα τα φοβούνται. Μα όταν η τύχη τούς χαμογελά, πιστεύουν πως ο άνεμος θα φυσάει πάντα ούριος.» 

— Άτοσσα, «Πέρσες» του Αισχύλου 

© Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου/ Mike Rafail

Ο Δημήτρης Καταλειφός, ως είδωλο του Δαρείου, εμφανίζεται για λίγο αλλά καθοριστικά, επιστρέφοντας από τον Άδη για να αντικρίσει την καταστροφή που προκάλεσε η αλαζονεία του γιου του, Ξέρξη. Στιβαρός και μεστός, μεταφέρει το συναίσθημα ενός βασιλιά και πατέρα που βλέπει όσα έχει δημιουργήσει, να χάνονται. Λειτουργεί ως μάθημα για τις συνέπειες της ανθρώπινης αλαζονείας, ενώ δίπλα στην αρχοντική Άτοσσα της Μαρίας Ναυπλιώτου, μαγνητίζει με την ήρεμη δύναμη της φωνής του. 

Ο Σταύρος Σβήγκος, ως Αγγελιοφόρος, αποτελεί μία από τις ευχάριστες εκπλήξεις της παράστασης. Είναι εκείνος που φέρνει τα φρικτά νέα της συντριβής του περσικού στρατού στη Σαλαμίνα. Η γεμάτη ένταση ερμηνεία του σε συνδυασμό με ήχους σειρήνων, υπογραμμίζοντας τη διαχρονικότητα του έργου, προκαλεί ρίγος στο θεατή και τον φέρνει αντιμέτωπο με τα γεγονότα. 

Ο Αναστάσης Ροϊλός, ως Ξέρξης, έρχεται να συμπληρώσει το ερμηνευτικό παζλ στο τέλος της παράστασης, χαρίζοντας την απαραίτητη κορύφωση, αφού γυρίζει ηττημένος από τον πόλεμο, όντας ο μόνος επιζών. Η είσοδος του στη σκηνή με σκισμένα ρούχα και η αδυναμία του να σταθεί, προδίδουν από την αρχή, την ψυχολογική κατάσταση του ήρωα, ενώ η βαθιά σπαρακτική ερμηνεία του, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ρόλου. 

© Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου/ Mike Rafail

 Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να δοθεί για τις αλλαγές που έχουν γίνει από το πρωτότυπο κείμενο του Αισχύλου, για τις ανάγκες της παράστασης. Εκεί που ο Αισχύλος θέλει τον Χορό να υποδέχεται τον ηττημένο Ξέρξη με σεβασμό και να συγχωνεύεται μαζί του σε έναν λυτρωτικό θρήνο, η δραματουργία των Θεοδωρίδη, Κωνσταντινίδου και Σούλη επιλέγει τη ρήξη. Ο 18μελής Χορός μεταμορφώνεται σε ένα σώμα οργισμένων πολιτών που αντιμάχεται τον ηγέτη και απαιτεί λογοδοσία για το αίμα που χύθηκε. Αυτή η επιλογή δικαιώνει τον αντιπολεμικό χαρακτήρα της παράστασης, καθώς μεταφέρει τη συζήτηση στην καθαρή πολιτική και ατομική ευθύνη του ηγεμόνα. 

Τέλος, η αφαιρετική αισθητική της Τίνας Τζόκα — αφού στη σκηνή υπάρχει μόνο χώμα — αφήνει τους ηθοποιούς να “ζωγραφίσουν” πάνω σε αυτό. Ταυτόχρονα, με τον φωτισμό και τα ηχητικά αποσπάσματα, αναδεικνύονται η πολεμική ατμόσφαιρα και οι καταστροφικές επιπτώσεις του πολέμου. 

© Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου/ Mike Rafail

Συμπέρασμα


Συνολικά, οι “Πέρσες” του Θεοδωρίδη, είναι μια παράσταση που τολμά και δικαιώνεται. Πιο επίκαιρη από ποτέ με συνεχή αντιπολεμικά μηνύματα, η παράσταση καταφέρνει να φέρει στο σήμερα αυτή την τραγωδία και να αποτελεί θέμα συζήτησης. 

Κι αν μια παράσταση δε σε προβληματίζει και δεν μετακινεί κάτι μέσα σου, τότε δεν έχει λειτουργήσει σωστά. Αυτή όμως, το πετυχαίνει. 

Την παράσταση παρακολουθήσαμε την Τετάρτη 15 Ιουλίου στο Ανοιχτό Θέατρο Καλαμάτας.