
Η θάλασσα μπορεί να γίνει πέρασμα προς το ασφαλές λιμάνι της ελευθερίας, αλλά και ένας απέραντος τόπος εξορίας. Στο έργο «Η μάνα μου με πέταξε στην θάλασσα», που παρουσιάζεται στην Πειραιώς 260, ο τίτλος λειτουργεί σαν μια «κραυγή» που διαπερνά την σιωπή και φέρνει στην επιφάνεια τα πιο αθέατα τραύματα της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα από την δύναμη της θεατρικής τέχνης, η θάλασσα αποκτά μία βαθύτερη συμβολική διάσταση: γίνεται μνήμη, όριο, απειλή, αλλά και ένας ανοιχτός ορίζοντας αναζήτησης της προσωπικής αλήθειας. Και κάπου ανάμεσα στην σκληρότητα της φράσης και την ποιητική της αντήχηση, αναδύεται η ουσία του θεάτρου: η δυνατότητά του να μετατρέπει το ατομικό βίωμα σε συλλογικό ερώτημα και να οδηγεί τον θεατή πέρα από την απλή παρατήρηση, σε μία βαθύτερη αναμέτρηση με την ανθρώπινη ευθραυστότητα.
Η θάλασσα στον τίτλο δεν λειτουργεί μόνο ως στοιχείο του φυσικού τοπίου. Ανοίγει έναν ευρύτερο χώρο ερμηνείας, μέσα στον οποίο η εγκατάλειψη, η απόσταση και η δυνατότητα μιας νέας αρχής μπορούν να συνυπάρξουν. Το να βρεθεί κανείς μακριά από τον τόπο του, σημαίνει ότι χάνει ένα μέρος από τις σταθερές που τον προσδιορίζουν. Ταυτόχρονα, όμως, αποκτά την ευκαιρία να δει διαφορετικά τον εαυτό του. Για την δασκάλα, το νησί δεν είναι απλώς ο τόπος του διορισμού της, είναι ο τόπος μέσα στον οποίο οι κοινωνικές προσδοκίες και η ανάγκη για αποδοχή δοκιμάζονται με νέους όρους.

Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκεται ο Θέμης Πάνου, ένας ηθοποιός που αναλαμβάνει το ιδιαίτερο απαιτητικό εγχείρημα να ενσαρκώσει μία γυναικεία μορφή με εσωτερική ένταση, δίνοντας φωνή στις εσωτερικές της αντιφάσεις: την ευαισθησία που συνυπάρχει με την αυστηρότητα, τον φόβο που συγκρούεται με την ανάγκη για επαφή, καθώς και την επιθυμία να απομακρυνθεί από τους άλλους, την ίδια στιγμή που αναζητά βαθιά την αποδοχή και την αίσθηση του ανήκειν. Η θεατρική δύναμη ενός μονολόγου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα του ερμηνευτή να μετατρέπει τον λόγο σε ζωντανή σκηνική πράξη. Στην περίπτωση του έργου της Χατζοπούλου, η σωματικότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το σώμα καλείται να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο εσωτερικό κόσμο της ηρωίδας και στο απέραντο τοπίο που την περιβάλλει. Ο Θέμης Πάνου ανταποκρίνεται με αξιοσημείωτη συνέπεια στις ερμηνευτικές απαιτήσεις του ρόλου, αποδίδοντας με πειστικότητα τη μορφή που ενσαρκώνει.

Η σκηνοθεσία της Χατζοπούλου δεν χρειάζεται να αναπαραστήσει ρεαλιστικά το νησιώτικο τοπίο για να το καταστήσει αισθητό. Η άμμος που καλύπτει την σκηνή, σε συνδυασμό με την κουρτίνα που κινείται αδιάκοπα στο βάθος, συνθέτει ένα δυναμικό σκηνικό περιβάλλον, προσδίδοντας στην παράσταση μια ποιητική διάσταση, ενισχύοντας έτσι την αίσθηση της ρευστότητας. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η σχέση ανάμεσα στην ορατή εικόνα και σε όσα υποβάλλονται, χωρίς να εξηγούνται πλήρως. Οι βιντεοπροβολές του Αποστόλη Κουτσιανικούλη, μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα δεύτερο επίπεδο θέασης, συμπληρώνοντας τον σκηνικό κόσμο, χωρίς να χρειάζεται να αναλάβουν την ευθύνη της αφήγησης. Τέλος, η σκηνική σύλληψη αξιοποιεί τις διαδοχικές εισόδους και τα ανοίγματα του χώρου, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η ηρωίδα περνά από διαφορετικά επίπεδα της προσωπικής της μνήμης. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Δήμητρας Λιάκουρα συμμετέχουν στην συγκρότηση αυτού του κόσμου, ενώ οι φωτισμοί της Στέβης Κουτσοθανάση διευρύνουν τις δυνατότητες της σκηνικής αφήγησης.

Η ηρωίδα έρχεται αντιμέτωπη με τις δικές της τραυματικές μνήμες, ενώ η επαφή της με τα παιδιά αναδεικνύει τη δύναμη της ανθρώπινης σύνδεσης και της αμοιβαίας κατανόησης. Ωστόσο, παρά το ενδιαφέρον της θεματικής του, το κείμενο παρουσιάζει ορισμένα νοηματικά κενά, τα οποία επηρεάζουν την μορφή της αφήγησης και τη σταδιακή ανάπτυξη των ιδεών του. Το ανοιχτό τέλος δεν προϋποθέτει απαραίτητα οριστικές απαντήσεις, αντίθετα μπορεί να διατηρήσει ζωντανή την αμφιβολία και να παρατείνει τον διάλογο του έργου με τον θεατή. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η μετάβαση προς την τελική στιγμή μοιάζει να χρειάζεται μεγαλύτερη δραματουργική ανάπτυξη, ώστε η αίσθηση του ανολοκλήρωτου να λειτουργεί ως συνειδητή καλλιτεχνική επιλογή και όχι ως απότομη διακοπή της αφήγησης. Παρά τις επιμέρους αδυναμίες, η παράσταση διατηρεί την δυναμική της, αφήνοντας ένα ουσιαστικό αποτύπωμα στον θεατή.

Εν κατακλείδι, το έργο μας καλεί να κοιτάξουμε πέρα από την κυριολεκτική σημασία του τίτλου του και να αναλογιστούμε τις μορφές εγκατάλειψης που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος: εκείνες που επιβάλλονται από τους άλλους, αλλά και εκείνες που γεννιούνται όταν αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε τις δικές μας ανάγκες. Και ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για τον θεατή είναι να αναγνωρίσει μέσα από την διαδρομή της ηρωίδας κάτι από τις δικές του αμφιβολίες και όχι να αποφασίσει αν αυτή βρίσκει την λύτρωση που αναζητά. Γιατί η θάλασσα δεν χωρίζει μόνο τόπους, μερικές φορές αποκαλύπτει την απόσταση ανάμεσα σ΄αυτό που είμαστε και σ΄αυτό που θα θέλαμε να γίνουμε. Και όταν η ζωή μάς απομακρύνει από όσα γνωρίζουμε, έχουμε το θάρρος να αντικρίσουμε τον άγνωστο εαυτό μας ή εξακολουθούμε να αναζητούμε μια στεριά που ίσως δεν υπήρξε ποτέ;

Την παράσταση παρακολουθήσαμε την Δευτέρα 19 Οκτωβρίου στην Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου.
Διαβάστε περισσότερα
-
Η παράσταση που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και αγάπησε το κοινό, μετά από τις πολύ επιτυχημένες εμφανίσεις σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, και στην Αθήνα επιστρέφει από τις 10 Νοεμβρίου για λίγες μόνο παραστάσεις.
-
Η Μιράντα Βερούλη συμπληρώνει 30 χρόνια αφιερωμένα στη βραζιλιάνικη μουσική και γιορτάζει αυτή τη μακρά καλλιτεχνική διαδρομή με μια ξεχωριστή συναυλία, την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026, στο Theatre of the NO.
-
Βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε ότι και φέτος τα Χριστούγεννα, για δέκατη συνεχόμενη χρονιά, η παιδική θεατρική μας παράσταση Η ΜΑΓΙΚΗ ΚΑΜΙΝΑΔΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ είναι γεγονός.




