Η Συναίνεση | Κριτική Θεάτρου

4–6 λεπτά

Βαθμολογία: 4 από 5.

© Πάτροκλος Σκαφίδας

Μπορεί η αλήθεια να επιβιώσει όταν όλοι διεκδικούν το δικαίωμα να την ερμηνεύσουν; Πότε η σιωπή γίνεται συνενοχή και πότε η βεβαιότητα για το δίκαιο μετατρέπεται σε μια ακόμη μορφή εξουσίας; Και τελικά, πόσο έτοιμοι είμαστε να υπερασπιστούμε τις αξίες μας όταν αυτές παύουν να μας εξυπηρετούν; Στον πυρήνα αυτών των ερωτημάτων τοποθετείται η «Συναίνεση» της Βρετανίδας θεατρικής συγγραφέα Νίνα Ρέιν, ένα έργο που διεισδύει με οξύτητα στις αντιφάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και φέρνει αντιμέτωπες την ηθική με το προσωπικό συμφέρον, την δικαιοσύνη με την υποκειμενική αλήθεια και την δημόσια εικόνα με τις ιδιωτικές μας επιλογές. Η συναίνεση, έννοια που συχνά αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη, αποκαλύπτεται εδώ ως ένα πεδίο βαθιάς ηθικής και κοινωνικής σύγκρουσης. Γιατί το ουσιαστικό διακύβευμα δεν βρίσκεται μόνο σε όσα συμβαίνουν, αλλά και στον τρόπο που επιλέγουμε, να τα κρίνουμε και να αναλάβουμε την ευθύνη που μας αναλογεί.

©Πάτροκλος Σκαφίδας

Τι σημαίνει άραγε να συναινείς; Η Νίνα Ρέιν τοποθετεί στο κέντρο της δραματουργίας της μία υπόθεση σεξουαλικής βίας και γύρω από αυτήν, οικοδομεί έναν κόσμο όπου δικηγόροι, σύντροφοι, φίλοι και αντίπαλοι δοκιμάζουν τα όρια της ηθικής τους. Η ίδια επιλέγει μια δραματουργία που δεν στηρίζεται στην ευκολία του εντυπωσιασμού, αλλά στη σταδιακή όξυνση των συγκρούσεων και στην αποδόμηση των ανθρώπινων βεβαιοτήτων. Η Ρέιν δεν στήνει απλώς μια υπόθεση προς κρίση, αλλά απογυμνώνει τους μηχανισμούς με τους οποίους οι άνθρωποι «κατασκευάζουν» το δίκιο τους και μεταθέτουν την ευθύνη στους άλλους. Η ειρωνεία λειτουργεί ως αιχμηρό δραματουργικό εργαλείο, ενώ οι διάλογοι αποκαλύπτουν σταδιακά τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνονται κάτω από την επιφάνεια των λέξεων.

© Πάτροκλος Σκαφίδας

Η παρουσία του Αλέξανδρου Μαυρόπουλου (Εντ), μοιάζει να κρατά στα χέρια του ένα μεγάλο μέρος της σκηνικής δυναμικής της παράστασης. Με ισχυρή σκηνική παρουσία και αξιοσημείωτο έλεγχο των εκφραστικών του μέσων, ενσαρκώνει έναν χαρακτήρα βαθιά αλαζονικό και πεπεισμένο για την ορθότητα της δικής του αντίληψης. Ο εκνευρισμός που γεννά ο χαρακτήρας δεν λειτουργεί εις βάρος της ερμηνείας, αλλά αποτελεί ίσως την πιο εύγλωττη απόδειξη της αποτελεσματικότητάς της. Εν συνεχεία, ο Παναγιώτης Γαβρέλας (Τζέικ) αποδίδει τον ρόλο του με αμεσότητα που λειτουργεί ουσιαστικά μέσα στις λεπτές ισορροπίες της παράστασης. Με φυσικότητα και αίσθηση του ρυθμού, εντάσσεται οργανικά στο σύνολο, συμβάλλοντας στη ρεαλιστική αποτύπωση των διαπροσωπικών συγκρούσεων που διατρέχουν το έργο.

Η ερμηνεία του Βαγγέλη Αμπατζή (Τιμ) συμβάλλει στην ανάπτυξη των σχέσεων και των συγκρούσεων του έργου. Με ενδιαφέρον για τις αποχρώσεις του χαρακτήρα και στιβαρή παρουσία, συμμετέχει στη διαμόρφωση ενός θεατρικού συνόλου όπου ο λόγος δεν αποτελεί απλώς μέσο έκφρασης, αλλά και πεδίο αντιπαράθεσης. Επιπροσθέτως, η Κίττυ Παϊταζόγλου (Κίττυ) διαθέτει την ερμηνευτική ευαισθησία που απαιτεί ένας κόσμος όπου οι ανθρώπινες σχέσεις μετατρέπονται διαρκώς σε πεδίο διαπραγμάτευσης. Η δύναμη μίας τέτοιας ερμηνείας βρίσκεται στην αποφυγή του μελοδραματισμού. Η ευαλωτότητα δεν χρειάζεται να δηλωθεί με ένταση για να γίνει αντιληπτή.

Από την άλλη η Βαλέρια Δημητριάδου (Ρέιτσελ) διατηρεί ζωντανή την ανθρώπινη διάσταση της σύγκρουσης, χωρίς να εγκλωβίζει τον χαρακτήρα σε μια μονοδιάστατη ανάγνωση. Επιτυχώς, μέσα από την συνομιλία της με το κείμενο και το υπόλοιπο σύνολο, η ερμηνεία της εντάσσεται στον ευρύτερο προβληματισμό της παράστασης γύρω από την ευθύνη, την εξουσία και τα όρια της ανθρώπινης κρίσης. Η Μανταλένα Καραβάτου (Ζάρα) ως μέρος της συλλογικής δραματουργικής λειτουργίας, συμβάλλει στην ανάδειξη του βασικού ερωτήματος της παράστασης: Μήπως το μεγαλύτερο εμπόδιο για να κατανοήσουμε τον άλλον, είναι η πεποίθηση ότι έχουμε κατανοήσει τον εαυτό μας; Τέλος, η Καλλιόπη Παναγιωτίδου (Γκέιλ), επωμίζεται μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδρομή, καθώς καλείται να αποδώσει όχι μόνο το τραύμα της κακοποίησης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτό συνεχίζει να επηρεάζει τη στάση, τη φωνή και την παρουσία της. Λειτουργεί ως συναισθηματικός πυρήνας της παράστασης, υπενθυμίζοντας πως πίσω από τις νομικές έννοιες, υπάρχει ένας άνθρωπος που έχει υποστεί βία και ζητά να αντιμετωπιστεί με σεβασμό.

© Πάτροκλος Σκαφίδας

Ιδιαίτερης σκηνοθετικής ευφυΐας του Τάκη Τζαμαριά είναι η σκηνή όπου ο Μαυρόπουλος έρχεται αντιμέτωπος με την δική του προδοσία. Η τοποθέτηση του σ’ ένα παιδικό δωμάτιο καθισμένου σε μία μικροσκοπική καρεκλίτσα, ενώ καταρρέει συναισθηματικά, αποτελεί ισχυρή συμβολική επιλογή. Η παιδική διάσταση του χώρου αποδομεί την ενήλικη βεβαιότητα του, αποκαλύπτοντας την ευάλωτη πλευρά του πίσω από την αρχική του εικόνα.

Η σκηνοθετική του ματιά αναζητά τις ρωγμές πίσω από την κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά και τον φόβο που συχνά κρύβεται πίσω από την επίκληση της λογικής. Το ουσιαστικό σκηνοθετικό στοίχημα βρίσκεται στη διαχείριση των αντιθέσεων. Το δραματικό συνυπάρχει με το σαρκαστικό και η καθημερινότητα με την ηθική αγωνία. Τέλος, εξίσου σημαντική είναι η ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό στοιχείο, όπου η σκηνή γίνεται ένας καθρέφτης στον οποίο οι βεβαιότητες αρχίζουν σταδιακά να χάνουν τη σταθερότητά τους.

© Πάτροκλος Σκαφίδας

H μουσική του Ανδρέα Κουρέτα μπορεί να προσεγγιστεί ως ένα διακριτικό δραματουργικό στοιχείο, που «συνομιλεί» αρμονικά με τις εντάσεις το έργου και τις εσωτερικές διακυμάνσεις των προσώπων. Επίσης, η σκηνογραφική προσέγγιση της Έλλης Εμπεδοκλή αποτελεί επίσης πεδίο ανάγνωσης του Τάκη Τζαμαριά. Ο σκηνικός χώρος καλείται να υπηρετήσει τη διαρκή μετάβαση από τη δημόσια σφαίρα της δικαιοσύνης στην ιδιωτική περιοχή των σχέσεων, εκεί όπου οι βεβαιότητες κλονίζονται και οι χαρακτήρες αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις τους.

Συνολικά, η παράσταση δεν ζητά απλώς να παρακολουθήσουμε μια ιστορία, αλλά μας καλεί να αναγνωρίσουμε κάτι βαθύτερα ανησυχητικό: πόσο εύκολα μπορούμε να υπερασπιζόμαστε τη δικαιοσύνη ως αρχή, αρκεί να μη χρειαστεί να πληρώσουμε το προσωπικό κόστος την εφαρμογής της. Η «Συναίνεση» του Τάκη Τζαμαριά στο Σύγχρονο Θέατρο, διευρύνει το βλέμμα προς έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι γνωρίζουν να υπερασπίζονται με επιδεξιότητα τις απόψεις τους, αλλά δεν είναι πάντοτε έτοιμοι να ακούσουν όσα απειλούν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους. Και τελικά, όταν καταρρεύσουν όλες οι βεβαιότητες πίσω από τις οποίες κρυβόμαστε, θα μπορέσουμε να αντικρίσουμε την αλήθεια ή θα συνειδητοποιήσουμε πως η πιο επικίνδυνη μορφή συνενοχής είναι η σιωπή μας απέναντι σε όσα γνωρίζουμε βαθιά μέσα μας;

© Πάτροκλος Σκαφίδας

Την παράσταση παρακολουθήσαμε την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου στο Σύγχρονο Θέατρο στον Κεραμεικό.