Ευτυχισμένες Μέρες | Κριτική Θεάτρου

2–3 λεπτά

Βαθμολογία: 3 από 5.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

To ξυπνητήρι χτυπά και άλλη μια ευτυχισμένη μέρα ξημερώνει στην απελπιστικά αμετάβλητη ερημιά της Γουίννυ στο Θέατρο Πορεία. Γραμμένο στο αφαιρετικό πλαίσιο του θεάτρου του παραλόγου, ο Σάμιουελ Μπέκετ δημιούργησε ένα έργο για κάτι βαθιά ανθρώπινο που συνεχίζει να μας απασχολεί μέχρι σήμερα. Δύο ήρωες, ένα ερημικό τοπίο και μια αβάσταχτη, ευτυχισμένη μέρα που επαναλαμβάνεται αποτελούν τους θεμέλιους λίθους μιας ιστορίας για την παρακμή της ανθρώπινης φύσης, την θνητότητα, την αγάπη, την απόρριψη, την απελπισία, καθώς και την ακινησία μας μπροστά σε μια πραγματικότητα που απαιτεί δράση μπροστά στη φρίκη. Κατανοώντας το μινιμαλιστικό ύφος και το σημειολογικό περιεχόμενο της γραφής του Μπέκετ, η μετάφραση της Αγλαΐας Παππά και του Δημήτρη Τάρλοου φέρνει στο προσκήνιο μια διαφορετική πιο “αγοραία” εκδοχή της Γουίννυ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Γουίννυ του πρωτότυπου διατηρεί την αποστασιοποιημένη υπόσταση της, κατορθώνοντας ταυτόχρονα να προσεγγίσει περισσότερο την πανανθρώπινη αλήθεια μέσα από ένα πιο οικεία εκπεφρασμένο συναίσθημα.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο Δημήτρης Τάρλοου στήνει μια παράσταση με αρκετά ευρηματικά στοιχεία, από την οποία, ωστόσο, απουσιάζει η αναγκαία διαβάθμιση του συναισθηματικού φορτίου της ηρωίδας μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης πράξης του έργου. Με άλλα λόγια, η σκηνοθεσία του δεν κατορθώνει στο δεύτερο μέρος να υπερβεί την ανάλαφρη και χιουμοριστική διάθεση που εμπεριέχεται ως ένα βαθμό στο πρώτο μέρος και να αποδώσει στην ολότητά τους το αίσθημα ασφυξίας και απελπισίας που αισθάνεται η Γουίννυ όταν πλέον μόνο το κεφάλι της διαφαίνεται από το λόφο. Μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της σκηνοθεσίας είναι: το ξυπνητήρι που ηχεί κάθε φορά σαν σειρήνα πολέμου, καθώς και η δυνατή εικόνα του φινάλε. Παράλληλα, η σκηνογραφία και τα κοστούμια του Πάρι Μέξη ισορροπούν αρμονικά ανάμεσα στην ελαφρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και της εγκατάλειψης που συνοδεύει το έρημο τοπίο, όπου εκτυλίσσεται η δράση του έργου.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Η Αγλαΐα Παππά, επιστρατεύοντας μια ευρεία συναισθηματική παλέτα, εισχωρεί στην εφιαλτική πραγματικότητα της ηρωίδας, μετουσιώνοντας το εργαλείο της επανάληψης σε έναν τρόπο εκδήλωσης της φρίκης, της τρυφερότητας, της απορίας, της μοναξιάς, της συγκίνησης και της απελπισίας που διατρέχουν το έργο. Το αξιοθαύμαστο στην ερμηνεία της είναι ο τρόπος με τον οποίο διατηρεί την απαραίτητη απόσταση από τον χαρακτήρα, αποδίδοντας ταυτόχρονα άρτια κάτι τόσο συναισθηματικό και προσωπικό για τον καθένα. Στο πλευρό της ο Δημήτρης Μπίτος, δίνοντας στον ρόλο του Γουίλλυ την σημασία που του αναλογεί – έναν ρόλο που στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζεται ως δευτερεύοντας – κατορθώνει να αναδείξει την δυναμική της σχέσης μεταξύ των δύο προσώπων, καθιστώντας τον αναπόσπαστο στοιχείο του σκηνικού διπόλου.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Συμπέρασμα


Παρά τις επιμέρους σκηνοθετικές αδυναμίες, η παράσταση αναδεικνύει τη διαχρονικότητα του μπεκετικού λόγου, φωτίζοντας την παράδοξη ανθρώπινη ικανότητα να επιμένει, να ελπίζει και να αναζητά νόημα ακόμη και μέσα στις πιο ασφυκτικές συνθήκες ύπαρξης. Με όχημα τις ουσιαστικές ερμηνείες των δύο ηθοποιών, οι «Ευτυχισμένες Μέρες» μας υπενθυμίζουν πως, ακόμη και όταν η ζωή μοιάζει να έχει ακινητοποιηθεί, η ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία τόσο με τους άλλους όσο και με τον εαυτό μας, εξακολουθεί να αποτελεί πηγή παρηγοριάς και θεμέλιο ελπίδας, ακόμη και σε ένα σύμπαν που μοιάζει να καταρρέει.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Την παράσταση παρακολουθήσαμε την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου στο Θέατρο Πορεία.